αἰγιαλός

αἰγιαλός
Grammatical information: adj.
Meaning: `sea-shore, beach'; also GN, e. g. the coast of Achaia (Il. ).
Dialectal forms: Myc. aikiharijo prob. \/aigihalio-\/ AJ 134
Derivatives: αἰγιάλειος, αἰγιαλεύς are late, hell. (Αἰγιαλεῖς name of the inhabitants of the coast of Achaia Hdt.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The Myc. form seems to confirm derivation of the second element from ἅλς. To ἅλλομαι, Kretschmer Glotta 27, 28f. with Bechtel Lex. For the first part one compares αἶγες τὰ κύματα. Δωριεῖς H. (and Artem. 2, 12: καὶ γὰρ τὰ μεγάλα κύματα αἶγας ἐν τῃ̃ συνηθείᾳ λέγομεν). But αἶγες = κύματα could be just a metaphorical use of αἴξ `goat'. Heubeck IF 68 (1963) 13-21 `heftig [von den Wogen] besprungen'; not very probable. - Pre-Greek acc. to Chantr. Form. 248, which cannot be excluded though Chantraine now calls it `facile' (=?).
Page in Frisk: 1,31

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αἰγιαλός — sea shore masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιγιαλός — Η ακρογιαλιά, ο γιαλός, η ακτή, το περιγιάλι, η ακροθαλασσιά. Η ξηρά που βρέχεται μόνιμα από θάλασσα και όχι από έκτακτες πλημμύρες. Ο α. αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο μπορεί να τον εκμεταλλεύεται και να παραχωρεί… …   Dictionary of Greek

  • Άνω Αιγιαλός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 202 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ευρωστίνης …   Dictionary of Greek

  • Αἰγιαλοῖο — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖς — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσι — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῖσιν — Αἰγιαλός sea shore masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοί — Αἰγιαλός sea shore masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλοῦ — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλούς — Αἰγιαλός sea shore masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγιαλῶ — Αἰγιαλός sea shore masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.